Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2016

Βαλαωρίτης: Οι διανοούμενοι στην Ελλάδα σιωπούν


«Η σιωπή των διανοουμένων μπροστά στα επικίνδυνα φαινόμενα του καιρού μας οφείλεται σε έναν συνδυασμό φόβου, βολέματος και εγωισμού. Κάποιοι αποφεύγουν να μιλήσουν και να εκτεθούν για να μη χάσουν τις θέσεις τις οποίες κατέχουν. Άλλοι μένουν προσηλωμένοι στο έργο τους, πιστεύοντας πως τίποτε έξω από αυτό δεν τους αφορά», τονίζει στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης απαντώντας σε ερώτηση για τον ρόλο τον οποίο καλούνται να παίξουν σήμερα οι διανοούμενοι στον δημόσιο βίο.

«Πολλοί από τους συναδέλφους μου διανοούμενους και συγγραφείς δεν μοιάζουν να το παίρνουν στα σοβαρά. Δεν βαριέσαι, έχουμε δει κι άλλα κι αυτό θα περάσει, λένε ελαφρά τη καρδία». Μιλώντας με αφορμή αυτή του τη φράση, ο Ν. Βαλαωρίτης σημειώνει πως δεν είναι δυνατόν εξαιρετικά σοβαρά ζητήματα όπως το ρατσιστικό, αλλά και η οικονομική κατάσταση ή οι σχέσεις με τη Γερμανία να αφήνουν αδιάφορους τους διανοούμενους.

«Με τη χούντα» παρατηρεί ο Ν. Βαλαωρίτης «έγιναν εξεγέρσεις. Και βλέπετε τι συμβαίνει αυτές τις ημέρες με τις μεγάλες κινητοποιήσεις και στη γειτονική Τουρκία. Αλλά για να επιστρέψουμε στην Ελλάδα, η γενιά που αντιστάθηκε κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ήταν έτοιμη από την εποχή της δικτατορίας του Μεταξά. Τώρα υπάρχει μια μεγάλη κούραση. Και φταίνε γι' αυτό δύο επιθέσεις εναντίον της Ελλάδας: η οικονομική επίθεση της Ευρώπης και η πολιτιστική επίθεση της Γερμανίας. Αν ήμουν Γερμανός θα έλεγα να βοηθήσουμε αυτή τη χώρα που υποφέρει. Οι Γερμανοί, όμως, μας φέρθηκαν με μια χυδαιότητα και μια βαρβαρότητα που αγγίζουν τα όρια του ρατσισμού. Μας υποτίμησαν πολιτισμικά. Δεν μπορώ να φανταστώ τη Γερμανία ως φιλική χώρα. Και αυτό έχει επεκταθεί σε ολόκληρο τον Βορρά. Ένας Σουηδός μεταφραστής μού είπε πρόσφατα: "Τώρα ξεχάστε το. Δεν θα μεταφραστείτε". Αναγκάστηκα να στείλω τα βιβλία μου στη Βιβλιοθήκη της Στοκχόλμης. Όλος αυτός ο ανθελληνισμός μοιάζει με οργανωμένο σχέδιο: για να μπορέσουν να επιβληθούν δρακόντεια μέτρα. Κι άλλες φορές στην ιστορία μας χρεοκοπήσαμε. Ποτέ δεν ελήφθησαν μέτρα τέτοιου μεγέθους. Το ΔΝΤ αρνείται να μειωθούν οι φόροι, κόβει τους μισθούς και τις συντάξεις, θέλει να καταργήσει θέσεις εργασίας, ζητάει απολύσεις. Ακόμα και η κυβέρνηση αντιστέκεται».

Και η Χρυσή Αυγή που ήταν το θέμα της επιστολής προς τον πρωθυπουργό; «Η Χρυσή Αυγή έχει εξαπλωθεί στην αστυνομία και τον στρατό», σημειώνει ο Ν. Βαλαωρίτης και επισημαίνει: «Οι ψηφοφόροι έκαναν το λάθος να φέρουν τη Χρυσή Αυγή στη Βουλή. Είναι το ίδιο λάθος το οποίο έκαναν το 1920, που καταψήφισαν τον Βενιζέλο και υπερψήφισαν τον Γούναρη, ο οποίος έστειλε στα βάθη της Μικράς Ασίας έναν απαράσκευο στρατό. Η Χρυσή Αυγή είναι ένα καταστροφικό κίνημα. Ξέρουμε τι έγινε στη Γερμανία και ξέρουμε τι θα συμβεί κι εδώ: θα μας κομματιάσουν. Είναι νεοναζί που αντιγράφουν τον χιτλερισμό βήμα προς βήμα. Αν σήμερα ο στόχος είναι οι μετανάστες, αύριο θα είμαστε εμείς, αλλά και όλοι οι διανοούμενοι που κρίνουν πως αυτή τη στιγμή δεν πρέπει να μιλήσουν. Τώρα, όμως, είναι ακριβώς η ώρα που το ναζιστικό μόρφωμα πρέπει να βγει εκτός νόμου, για να πάψει να αποσπά ψήφους από όσους έχουν αγανακτήσει με την οικονομική πολιτική την οποία έχει επιβάλει η Ευρώπη. Βρισκόμαστε ανάμεσα σε συμπληγάδες και θα πρέπει να κάνουμε κάτι προτού να είναι πολύ αργά».

Σιμόν ντε Μποβουάρ: Γυναίκα δε γεννιέσαι, γίνεσαι

Σαν σήμερα το 1908 έρχεται στο κόσμο στο Παρίσι ένα κορίτσι που έγινε ένα από τα πιο φωτεινά γυναικεία σύμβολα του 20ού αιώνα και άλλαξε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο νοείται η γυναίκα. Η ζωή και η σκέψη της Σιμόν ντε Μποβουάρ ξέφευγαν από τα στενά φεμινιστικά πλαίσια, περιπλέκονταν με τον υπαρξισμό, την Αριστερά, τη σεξουαλική απελευθέρωση, τη Γαλλική διανόηση και επηρέασαν σε επίπεδο ιδεών και φαινομένων την κοινωνία.


Η Σιμόν γεννιέται στις 9 Ιανουαρίου 1908 στο Παρίσι, μεγαλώνει σε ένα συντηρητικό, μεγαλοαστικό και καθολικό περιβάλλον και σε μικρή ηλικία θέλει να γίνει καλόγρια. Στα 14 της χρόνια περνάει μια σημαντική υπαρξιακή κρίση που την απομακρύνει μια και καλή από το Θεό και την εθίζει στη φιλοσοφική αναζήτηση. Το πάθος της για τη φιλοσοφία την οδηγεί στα έδρανα της École Normale Supérieure, όπου ξεχωρίζει για την ανατρεπτική της σκέψη και το 1921 γνωρίζει τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ.

Αποτελεί ειρωνεία το γεγονός πως η «μητέρα του φεμινισμού» έχει αποτυπωθεί στη συνείδηση πολλών ως η σύντροφος ενός σπουδαίου άντρα, αλλά η σχέση της Μποβουάρ με τον Σαρτρ, τόσο στον έρωτα όσο και στη φιλοσοφία, είναι ιδιαίτερη, αμφίδρομη και ανεξάρτητη. Ως ζευγάρι, μένουν σε διαφορετικά σπίτια και ως ερωτικοί σύντροφοι, διατηρούν ανοιχτές ερωτικές σχέσεις με άλλους ανθρώπους, ενίοτε και όλοι μαζί, καταστάσεις που η Μποβουάρ θα εξιστορήσει μέσα από το λογοτεχνικό της έργο.

Ο ελεύθερος έρωτας και η αυτοδιάθεση του σώματος βρίσκονται στην καρδιά της σχέσης τους και η λέξη «γάμος» αποτελεί ένα «κακό αστείο». Όταν το 1931 ο Σαρτρ ζητά από τη Μποβουάρ να παντρευτούν –για πρακτικούς κυρίως λόγους– η Γαλλίδα είναι κάθετη: «ο γάμος είναι περιορισμός, αστικοποίηση, αλλά και θεσμοθετημένη παρέμβαση του κράτους στην ιδιωτική ζωή των πολιτών».

Για να κερδίσει την οικονομική ανεξαρτησία της, η Σιμόν γίνεται καθηγήτρια, αλλά το ναζιστικό κατοχικό καθεστώς την απολύει το 1943, επειδή υποστηρίζει τη σχέση μαθήτριάς της με Ισπανό εβραϊκής καταγωγής. Κατά τη διάρκεια της κατοχής, η Μποβουάρ έρχεται σε επαφή με τον Καμύ, τον Ζενέ, τον Πικάσο και άλλα «αντιστασιακά στοιχεία» του Παρισιού, ενώ παίρνει μέρος στην οργάνωση ‘Σοσιαλισμός και Ελευθερία’ που ιδρύει ο Σαρτρ στα πλαίσια της αντίστασης.

Συχνάζει στο θρυλικό παρισινό καφέ Les Deux Magots, όπου οι πολιτικές και φιλοσοφικές συζητήσεις της με τον Σαρτρ και τους υπόλοιπους μένουν στην ιστορία. Όταν ο πόλεμος τελειώνει, αρχίζει η χρυσή εποχή για τη Σιμόν, που εκδίδει μαζί με τον Σαρτρ το πολιτικό περιοδικό ‘Les Temps Modernes’ στις σελίδες του οποίου αντανακλάται η ανατρεπτική της σκέψη πάνω στην πολιτική, τη φιλοσοφία και το γυναικείο ζήτημα. Είναι χαρακτηριστικό πως οι συντηρητικοί και καθολικοί κύκλοι της Γαλλίας την βλέπουν ως «πορνογράφο» και ως «νυμφομανή».

Στα μέσα του 1949, η Σιμόν ντε Μποβουάρ δημοσιεύει ‘Το Δεύτερο Φύλο’ (Le Deuxième Sexe), ένα έργο που σήμερα είναι γνωστό ως «η βίβλος του φεμινισμού» και που, σε κάθε περίπτωση, δίνει μια ριζοσπαστική ερμηνεία στο τι είναι γυναίκα. Για πρώτη φορά, η ταυτότητα της γυναίκας παρουσιάζεται ως κάτι μη φυσικό και μη δεδομένο, ως ένα κοινωνικό κατασκεύασμα που συντηρεί συγκεκριμένες σεξουαλικές σχέσεις εξουσίας: «Γυναίκα δε γεννιέσαι, γίνεσαι».

Υπό το πρίσμα του υπαρξισμού, η Μποβουάρ βλέπει τη Γυναίκα ως το σημαντικότερο παράδειγμα του κοινωνικού «Άλλου», ως μία ύπαρξη που ιστορικά ορίζεται σαν το αδύναμο, αφύσικο και μη ομαλό αντίθετο του Άντρα και το γεγονός αποτελεί τη ρίζα της καταπίεσης των γυναικών. Η θεώρηση αυτή είναι τα θεμέλια πάνω στα οποία θα στηριχθεί η μετέπειτα φεμινιστική λογοτεχνία, που περιστρέφεται γύρω από το κοινωνικό κατασκεύασμα της θηλυκής ταυτότητας και την έννοια του σεξουαλικού «Άλλου».

Κάπως έτσι, η Σιμόν αναδεικνύεται σε αρχιέρεια του φεμινισμού κατά την ταραγμένη δεκαετία του ’60, ένα κίνημα που έχει ξεφύγει από τη διεκδίκηση ψήφου και ίσων δικαιωμάτων και θέλει να αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι γυναίκες. Παράλληλα, θεωρείται παραδειγματική η στάση που κρατάει σε πολιτικά τεκταινόμενα όπως ο γαλλοαλγερινός πόλεμος.

Το έργο της Μποβουάρ είναι πολυδιάστατο, αφού περιλαμβάνει από πολιτικές θέσεις και φιλοσοφικά δοκίμια μέχρι μυθιστορήματα, βιογραφίες και θεατρικά έργα. Η αλληλοεπιρροή με το Σάρτρ είναι εμφανής σε πολλές περιπτώσεις, τόσο στα κείμενα της Μποβουάρ, όσο και σε αυτά του Σάρτρ, ακόμα και στο μεγαλούργημά του «Το Είναι και το Μηδέν».

Η Σιμόν ντε Μποβουάρ πεθαίνει στις 14 Απριλίου 1986 από πνευμονία και θάβεται στο νεκροταφείο Μονπαρνάς του Παρισιού, δίπλα στον αγαπημένο της Σαρτρ.